Diavasame.gr
Έχουμε διαβάσει 625 βιβλία!!
θέλετε να λαμβάνετε
το newsletter μας;
LOGIN:


Συμβαίνουν γύρω μας
  • ΠΕΙΣΜΑ–ΕΠΙΜΟΝΗ–ΥΠΟΜΟΝΗ
    Ο administrator του Diavasame.gr, Γιώργος Πιπερόπουλος γράφει μια σειρά ιδιαίτερων άρθρων, από .....ασυνήθιστη γωνία παρατήρησης. 
                                             ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ:

     

     

     

  • Η ΛΑΝΘΑΝΟΥΣΑ ΡΥΘΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΙΧΟΥ
    Ο ποιητής και κριτικός Κωνσταντίνος Μπούρας σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση.
                                             ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:

     

     

     

  • ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
    Η συντάκτριά μας Βασιλική Χρίστη, βρέθηκε σε μια ασυνήθιστη εκδήλωση, η οποία θα είναι και .....διαρκείας (έχει και συνέχεια δηλαδή). Δείτε το πρόγραμμα μέχρι και την 5η Μαρτίου.
                                 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ...

     

     

     

     

     

Λέξη της Εβδομάδας

Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:

Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).

Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:

δυτικός

ΕΤΥΜ. αρχ. < ρ. δύ(ω) «βυθίζομαι, βουτώ» (βλ.λ.) + παραγ. τέρμα -τικός.

ΣΗΜΑΣ. αρχική σημ. (για ζώο) «ικανό να βουτά στο νερό» (φρ. ζα δυτικά, στον Αριστοτέλη) à ελνστ. σημ. «σχετικός με τη δύση» (τύπος μεταγενέστερος τού επιθ. δυσμικός, βλ.λ. δυσμάς, πβ. Ευκλείδη Φαινόμ. 4.13: στω νατολικ μν τ Γ μρη, δυτικ δ τ Β) à σύγχρ. σημ. «σχετικός με την πολιτική και τον πολιτισμό των δημοκρατικών χωρών κυρίως τής Δ. Ευρώπης και των Η.Π.Α.» (σημασιολ. δάνειο από αγγλ. western).

ΣΥΝΘ. δυτικο-: δυτικο-ευρωπαϊκός, δυτικό-τροπος, δυτικό-φιλος κ.ά.

 Αρχείο με λέξεις
•  κωμικός
•  γήπεδο
•  αρλεκίνος
•  γήπεδο
•  ουσιώδης – ουσιαστικός
•  -οια: ουσιαστικά σε -οια.
•  νομίζω: συνώνυμα
•  μοτοσυκλέτα ή μοτοσικλέτα, στυλ ή στιλ, στυλό ή στιλό;
•  μεγέθυνση ή μεγένθυνση, εμβάθυνση ή εμβάνθυνση;
•  λυπάμαι: συνώνυμα
•  λακέρδα και σαύρα!
•  κτήριο ή κτίριο;
•  κοροϊδία: συνώνυμα
•  κλείνω – κλείω
•  κατάκτηση – εκμάθηση
•  καμπή – γάμπα – ζαμπόν – ζάντα
•  θερμότητα – ψύξη: κλιμάκωση
•  -ίστικος
•  ηγούμαι: παράγωγα – σύνθετα
•  ζεματώ – ζεματίζω
•  -εσα αντί -ησα (τύπος: φόρ-εσα).
•  επίδοξος – επίζηλος
•  εξοφλώ – ξοφλώ
•  Eλληνικός ή ελληνικός;
•  έλλειψη – έλλειμμα
•  εαυτός – καθ’ εαυτός / καθαυτός – καθ’ εαυτό / καθαυτό – καθ’ εαυτού / καθαυτού
•  δομή – υφή – σύσταση – σύνθεση – διάρθρωση
•  διαρρέω: παράγωγα
•  διάλεκτος – κοινόλεκτος – ιδιόλεκτος – κοινωνιόλεκτος – ιδίωμα – ντοπιολαλιά – κοινή – αργκό.
•  διαβάζω: συνώνυμα
•  δέρμα – επιδερμίδα – πετσί
•  δάνειο – δάνειος – δανεικός.
•  βιομήχανος
•  συντρέξω – συνδράμω
•  σορός – σωρός
•  βρόχος – βρόγχος
•  βρίθω + γενική
•  βόμβα ή μπόμπα;
•  βιοπαλαιστής
•  Σύρος – Συρία, Σύριος – Σύρος, Συριανός – συριακός
•  συμπόνια ή συμπόνοια
•  συμπάθεια: συνώνυμα
•  συμβατικός – συμβατός – αυθαίρετος
•  συγγνώμη
•  στρογγυλός – στρογγύλος – στρόγγυλος
•  στοίχος – στίχος: παράγωγα – σύνθετα
•  σπίτι: συνώνυμα
•  σεισμογενής – σεισμογόνος.
•  σαύρα – γουστέρα κ.ά
•  σατιρικός – σατυρικός.
•  πανεπιστήμιο
•  βιολογία
•  αυτόπτης
•  αυτόφωρος
•  ρύμη
•  αυλή – αυλαία – έπαυλη.
•  δραστικός – δραματικός
•  Bλάχοι – Oυαλοί – Bαλλόνοι
•  δεκανέας - δεκανίκι


Site by Nitor Systems