Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
ΕΤΥΜ. αρχ. < ρ. δύ(ω) «βυθίζομαι, βουτώ» (βλ.λ.) + παραγ. τέρμα -τικός.
ΣΗΜΑΣ. αρχική σημ. (για ζώο) «ικανό να βουτά στο νερό» (φρ. ζῷα δυτικά, στον Αριστοτέλη) à ελνστ. σημ. «σχετικός με τη δύση» (τύπος μεταγενέστερος τού επιθ. δυσμικός, βλ.λ. δυσμάς, πβ. Ευκλείδη Φαινόμ. 4.13: ἔστω ἀνατολικὰ μὲν τὰ Γ μέρη, δυτικὰ δὲ τὰ Β) à σύγχρ. σημ. «σχετικός με την πολιτική και τον πολιτισμό των δημοκρατικών χωρών κυρίως τής Δ. Ευρώπης και των Η.Π.Α.» (σημασιολ. δάνειο από αγγλ. western).
ΣΥΝΘ. δυτικο-: δυτικο-ευρωπαϊκός, δυτικό-τροπος, δυτικό-φιλος κ.ά.